• Lyx Estate

Αδικεί τα διατηρητέα η ρύθμιση παλαιότητας

Της Ντίνας Καράτζιου


Ως ιδιαίτερως δυσμενής κρίνεται από τους ιδιοκτήτες η ρύθμιση για τα διατηρητέα κτίρια που εντάχθηκε στη νέα ΚΥΑ η οποία τροποποιεί διατάξεις που αφορούν την παλαιότητα στις αντικειμενικές αξίες των κτισμάτων. Δεδομένου, ότι αν αυτά ανακαινιστούν ριζικά θα θεωρούνται ως… εντελώς νέα!

Προβληματισμό προκαλούν στους ιδιοκτήτες οι ρυθμίσεις της νέας ΚΥΑ όσον αφορά τις τροποποιήσεις των διατάξεων που αφορούν τα διατηρητέα ακίνητα. Εφόσον λοιπόν αυτά ανακαινιστούν ριζικά, ακόμη και στην περίπτωση που δεν θίγεται ο φέρων οργανισμός του κτιρίου, η παλαιότητα υπολογίζεται δύο χρόνια μετά την ημερομηνία έκδοσης της άδειας ανακαίνισης. Χρονικό διάστημα μικρότερο του εξαμήνου δε λαμβάνεται υπόψη, ενώ μεγαλύτερο λογίζεται ως έτος. Κατά συνέπεια με την αλλαγή προς τα πάνω του συντελεστή παλαιότητας, αλλάζει και η φορολογική αντιμετώπιση των συγκεκριμένων κτισμάτων. Σημειώνεται ότι για κτίρια που ανεγέρθηκαν προ του 1930 εφαρμόζεται συντελεστής παλαιότητας 0,8 ενώ για τα κτίρια με παλαιότητα άνω των 100 ετών εφαρμόζεται συντελεστής παλαιότητας 0,60.

Τι αλλάζει

Τις επισημάνσεις των τροποποιήσεων κάνει η ΠΟΜΙΔΑ η οποία καταγράφει λεπτομερώς τις αλλαγές που θεσμοθετούνται. Ειδικότερα με την νέα ΚΥΑ του υπουργείου Οικονομικών τροποποιείται η απόφαση «Τροποποίηση, βελτίωση και κωδικοποίηση των διατάξεων που αφορούν τη φορολογητέα αξία μεταβιβαζομένων με οποιαδήποτε αιτία ακινήτων εντός σχεδίου, κατά το αντικειμενικό σύστημα» .

Συντελεστής παλαιότητας

Οσον αφορά τον συντελεστή παλαιότητας, η ισχύουσα πλέον ΚΥΑ φέρνει τις εξής αλλαγές: Για τον προσδιορισμό της φορολογητέας αξίας ενός κτίσματος εφαρμόζεται συντελεστής, ανάλογα με την παλαιότητά του. Για να εφαρμοστεί ο συντελεστής παλαιότητας πρέπει το κτίριο να είναι πλήρως αποπερατωμένο. Περίπτωση εφαρμογής ταυτόχρονα των συντελεστών αποπεράτωσης και παλαιότητας αποκλείεται, εκτός της περίπτωσης, κατά την οποία έχουμε κτίσμα ημιτελές, αλλά ηλεκτροδοτημένο και άρα θεωρούμενο στο στάδιο αποπεράτωσης των δαπέδων.

Η παλαιότητα αρχίζει να υπολογίζεται μετά τη συμπλήρωση δύο ετών από την ημερομηνία έκδοσης της οικοδομικής άδειας ή την τελευταία αναθεώρησή της (π.χ. αν εκδόθηκε στις 30.9.1978, η παλαιότητα αρχίζει να υπολογίζεται από 30.9.1980) και εκφράζεται σε ακέραιο αριθμό ετών, με την παραδοχή ότι χρονικό διάστημα μικρότερο του εξαμήνου δεν λαμβάνεται υπόψη, ενώ μεγαλύτερο λογίζεται ως έτος. Αν δεν υπάρχει οικοδομική άδεια, η παλαιότητα υπολογίζεται από την χρονολογία κατασκευής, που αποδεικνύεται με οποιοδήποτε δημόσιο έγγραφο, όπως προγενέστερος τίτλος κτήσης, νομιμοποίηση αυθαιρέτου, έναρξη ηλεκτροδότησης, καθώς και από τη βεβαίωση περαίωσης της διαδικασίας υπαγωγής του ακινήτου στις ισχύουσες κατά την έκδοση της βεβαίωσης διατάξεις περί ρύθμισης αυθαιρέτων, όπως εκδίδεται από το σχετικό πληροφοριακό σύστημα του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, συνοδευόμενη από το αντίστοιχο φύλλο καταγραφής. Στην τελευταία περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου, για τον υπολογισμό της παλαιότητας λαμβάνεται υπόψη η καταληκτική ημερομηνία του διαστήματος που αναγράφεται στο πεδίο παλαιότητας του αντίστοιχου φύλλου καταγραφής. Άδεια αλλαγής μόνο της χρήσης του κτιρίου ή άδειες μη ουσιώδους ανακαίνισης δεν λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της παλαιότητας.

2 προβολές0 σχόλια